Greek Meaning of schizophrenia
Σχιζοφρένεια
Other Greek words related to Σχιζοφρένεια
Nearest Words of schizophrenia
- schizophragma hydrangeoides => Υδραγένια η κλιμασίς
- schizophragma => Σχιζόφραγμα
- schizopetalon walkeri => Σχιστόπεταλον το του Γουόλκερ
- schizopetalon => Σχιζοπέταλο
- schizopelmous => σχιζόπελμα
- schizont => Σχιζόντης
- schizonemertea => Σχιζονημερτεία
- schizomycetes => Schizomycetes
- schizoid => σχιζοειδής
- schizogony => σχιζογονία
- schizophrenic => Σχιζοφρένεια
- schizophrenic disorder => Σχιζοφρένεια
- schizophrenic psychosis => Σχιζοφρενική ψύχωση
- schizophyceae => Σχιζοφύκη
- schizophyta => Σχιζόφυτα
- schizophyte => σχιζοφύτα
- schizopod => σχιζόποδο
- schizopoda => Σχιζόποδα
- schizopodous => σχιζοπόδα
- schizosaccharomyces => Σχιζοσακχαρομύκητες
Definitions and Meaning of schizophrenia in English
schizophrenia (n)
any of several psychotic disorders characterized by distortions of reality and disturbances of thought and language and withdrawal from social contact
FAQs About the word schizophrenia
Σχιζοφρένεια
any of several psychotic disorders characterized by distortions of reality and disturbances of thought and language and withdrawal from social contact
άνοια,ψευδαίσθηση,υπομανία,Τρέλα,αστάθεια,μανία,Νευρώσεις,Παρανοϊα,ψύχωση,εκτροπή
σαφήνεια,κανονικότητα,Ορθολογισμός,λογικότητα,μυαλό,ορθολογισμός,λογικότητα,λογική,υγεία,λογική σκέψη
schizophragma hydrangeoides => Υδραγένια η κλιμασίς, schizophragma => Σχιζόφραγμα, schizopetalon walkeri => Σχιστόπεταλον το του Γουόλκερ, schizopetalon => Σχιζοπέταλο, schizopelmous => σχιζόπελμα,