Greek Meaning of light-fingered
ελαφροχέρης
Other Greek words related to ελαφροχέρης
- ακροβατικός
- επιδέξιος
- επιδέξιος
- επιδέξιος
- επιδέξιος
- εύκαμπτος, εύπλαστος
- Ευέλικτος
- γατοειδής
- Ταχύς
- ευέλικτος
- χαριτωμένος
- ελαφροπόδαρος
- εύκαμπτος
- εύπλαστος
- χαλαρός
- εύστροφος
- εύκαμπτος, εύπλαστος
- εύκαμπτος
- σκοτεινός
- αθλητικός
- μπαλέτο
- συντονισμένος
- επιδέξια
- χαριτωμένος
- φως
- ελαφροπόδαρος
- Ελαφρύς
- ευλύγιστος
- ευλύγιστος
- ευλύγιστος
- ζωηρός
Nearest Words of light-fingered
Definitions and Meaning of light-fingered in English
light-fingered (s)
having nimble fingers literally or figuratively; especially for stealing or picking pockets
light-fingered (a.)
Dexterous in taking and conveying away; thievish; pilfering; addicted to petty thefts.
FAQs About the word light-fingered
ελαφροχέρης
having nimble fingers literally or figuratively; especially for stealing or picking pocketsDexterous in taking and conveying away; thievish; pilfering; addicted
ακροβατικός,επιδέξιος,επιδέξιος,επιδέξιος,επιδέξιος,εύκαμπτος, εύπλαστος,Ευέλικτος,γατοειδής,Ταχύς,ευέλικτος
αμήχανος,αδέξιος,άχαρος,άχαρος,αδέξιος,βαρύς,Μη συντονισμένος,άχαρος,αδέξιος,άκαμπτος
lighter-than-air craft => Αερόπλοιο, lighter-than-air => ελαφρύτερο από τον αέρα, lightermen => πλωτές, lighterman => αναπτήρας, lighterage => ελάφρυνση,