Greek Meaning of iffy
αμφίβολο
Other Greek words related to αμφίβολο
Nearest Words of iffy
Definitions and Meaning of iffy in English
iffy (s)
subject to accident or chance or change
FAQs About the word iffy
αμφίβολο
subject to accident or chance or change
αμφιλεγόμενος,αμφισβητήσιμος,αμφίβολος,περιορισμένος,προβληματικός,προβληματικός,αμφισβητήσιμος,σκιερός,τρεμάμενος,ύποπτος
βασικός,ανεξάρτητος,εντελώς,τέλειο,απλός,απόλυτος,άνευ όρων,απόλυτος,κατηγορηματικός,ολοκληρωμένο
ifc => ifc, if not => εάν όχι, if => εάν, ies => ies, ieoh ming pei => Ιεόχ Μινγκ Πέι,