Greek Meaning of ID'ing
Ταυτοποίηση
Other Greek words related to Ταυτοποίηση
- εύρημα
- Αναγνώριση
- διακριτικός
- δακτυλοθεσία
- εντοπισμός
- εντοπισμός
- προδοτικός
- έλεγχος
- υπισχνόμενος
- Διάγνωση
- Αποκάλυψη
- ανακαλύπτω
- εξετάζω
- επιθεωρώντας
- ερευνώντας
- παρατηρώντας
- παρατηρώντας
- επιλέγοντας
- τοποθέτηση
- Βάζω το δάχτυλο μου
- αναγνωρίζοντας
- αποκαλυπτικός
- εξεταστικός
- Επισημαίνοντας (έξω)
- διάστικτος
Nearest Words of ID'ing
Definitions and Meaning of ID'ing in English
ID'ing
the one of the three divisions of the psyche in psychoanalytic theory that is completely unconscious and is the source of psychic energy derived from instinctual needs and drives compare ego, superego
FAQs About the word ID'ing
Ταυτοποίηση
the one of the three divisions of the psyche in psychoanalytic theory that is completely unconscious and is the source of psychic energy derived from instinctua
εύρημα,Αναγνώριση ,διακριτικός,δακτυλοθεσία,εντοπισμός,εντοπισμός,προδοτικός,έλεγχος,υπισχνόμενος,Διάγνωση
απόκρυψη,μεταμφιέζοντας,κρύβοντας,καμουφλάζ,πλαστογραφία,προσποιούμενος,προσομοίωση,εξαπάτηση
IDing => Αναγνώριση, ideologues => ιδεολογούντες, ideologists => ιδεολόγοι, ideologies => ιδεολογίες, ideogrammic => Ιδεογραφικός,