Greek Meaning of guild
συντεχνία
Other Greek words related to συντεχνία
- ένωση
- κλαμπ
- πανεπιστήμιο
- αδελφότητα
- Ινστιτούτο
- ίδρυμα
- πρωτάθλημα
- Οργάνωση
- Κοινωνία
- σανίδα
- Αδελφότητα
- θάλαμος
- κεφάλαιο
- κλάνος
- συλλογικός
- κοινότητα
- κοινότητα
- συνέδριο
- Κοινοπραξία
- συνεταιρισμός
- Συμβούλιο
- Πλήρωμα
- υποτροφία
- ομάδα
- Μέλος
- παραγγελία
- αδελφότητα
- ομάδα
- συμμαχία
- Συγκρότημα
- Μπλοκ
- σώμα
- Κλάδος
- Κλίκα
- κάδρο
- Κατασκήνωση
- καρτέλ
- κύκλος
- κλίκα
- συνασπισμός
- Συνομοσπονδία
- συνωμοσία
- Κλειστή ομάδα
- πιστός
- διπλώνω
- συμμορία
- Χούντα
- Τοπικός
- στολή
- εταιρική σχέση
- πάρτι
- σετ
- Αδελφότητα
- Αδελφότητα γυναικών
- Διμοιρία
- συνδικάτο
- κολλητή παρέα
Nearest Words of guild
- guild socialism => συντεχνιακός σοσιαλισμός
- guildable => Συντεχνιακός
- guilder => φιορίνι
- guildhall => Δημαρχείο
- guilding => επίχρυσος
- guile => δόλος
- guileful => Δολερός
- guileless => αθώος, ανυποψίαστος, ανυποψίαστος
- guillain-barre syndrome => Σύνδρομο Guillain-Barré
- guillaume apollinaire => Γκιγιώμ Απολλιναίρ
Definitions and Meaning of guild in English
guild (n)
a formal association of people with similar interests
guild (v. t.)
An association of men belonging to the same class, or engaged in kindred pursuits, formed for mutual aid and protection; a business fraternity or corporation; as, the Stationers' Guild; the Ironmongers' Guild. They were originally licensed by the government, and endowed with special privileges and authority.
A guildhall.
A religious association or society, organized for charitable purposes or for assistance in parish work.
FAQs About the word guild
συντεχνία
a formal association of people with similar interestsAn association of men belonging to the same class, or engaged in kindred pursuits, formed for mutual aid an
ένωση,κλαμπ,πανεπιστήμιο,αδελφότητα,Ινστιτούτο,ίδρυμα,πρωτάθλημα,Οργάνωση,Κοινωνία,σανίδα
No antonyms found.
guidon => σημαία, guiding light => Οδηγητικός φάρος, guiding => Καθοδήγηση, guideword => λέξη οδηγός, guideress => οδηγός,