Greek Meaning of flabbergasted

έκπληκτος

Other Greek words related to έκπληκτος

Definitions and Meaning of flabbergasted in English

Wordnet

flabbergasted (s)

as if struck dumb with astonishment and surprise

FAQs About the word flabbergasted

έκπληκτος

as if struck dumb with astonishment and surprise

έκπληκτος,έκπληκτος,έκπληκτος (ek-pleek-tos),τρομοκρατημένος,σοκαρισμένος,έκπληκτη,έκπληκτος,φρίκη,τρομοκρατημένος,έκπληκτος

Ανέκφραστος,ανεπίσημος,αδιάφορος,ατάραχος,αδιάφορος

flabbergastation => έκπληξη, flabbergast => Ξαφνιασμένος, flab => χαλαρότητα, fla. => Φλ., fl => Φλόριντα,