Greek Meaning of emoted
συγκινημένος, συγκινημένη
Other Greek words related to συγκινημένος, συγκινημένη
Nearest Words of emoted
- emoting => Έκφραση συναισθημάτων
- emotionalist => συναισθηματίας
- emotionalistic => Συναισθηματικός
- empaneled => εγγεγραμμένο
- empaneling => συγκρότηση της κριτικής επιτροπής
- empanelled => επιλεγμένος σε επιτροπή
- empanelling => συνάθροιση
- empathies => ενσυναίσθηση
- empathize (with) => Ενσυναίσθηση (με)
- empathized => ταυτίστηκε
Definitions and Meaning of emoted in English
emoted
to express emotion in or as if in a play, to give expression to emotion especially in acting
FAQs About the word emoted
συγκινημένος, συγκινημένη
to express emotion in or as if in a play, to give expression to emotion especially in acting
χαϊδεύω (κάποιον),σάλιος,ενθουσιώδης,κολακευμένος,αναστατωμένος,χύθηκε,εξέχεε,Ευχαριστημένος,ερμηνευμένο με ενθουσιασμό,τρέχω σάλια
No antonyms found.
emoluments => επιδοτήσεις, emirates => εμιράτα, emigré => μετανάστης, emendations => διορθώσεις, embrowns => μαυρίζει,