FAQs About the word emoted

συγκινημένος, συγκινημένη

to express emotion in or as if in a play, to give expression to emotion especially in acting

χαϊδεύω (κάποιον),σάλιος,ενθουσιώδης,κολακευμένος,αναστατωμένος,χύθηκε,εξέχεε,Ευχαριστημένος,ερμηνευμένο με ενθουσιασμό,τρέχω σάλια

No antonyms found.

emoluments => επιδοτήσεις, emirates => εμιράτα, emigré => μετανάστης, emendations => διορθώσεις, embrowns => μαυρίζει,