Greek Meaning of copped
συλληφθείς
Other Greek words related to συλληφθείς
Nearest Words of copped
Definitions and Meaning of copped in English
copped
a cylindrical or conical mass of thread, yarn, or roving wound on a quill or tube, purchase, to get hold of, steal, swipe, police officer, admit sense 2b, top, crest, a quill or tube upon which it is wound, adopt sense 2
FAQs About the word copped
συλληφθείς
a cylindrical or conical mass of thread, yarn, or roving wound on a quill or tube, purchase, to get hold of, steal, swipe, police officer, admit sense 2b, top,
αγορασμένο,αγορασμένη,πήρα,αποκτηθεί,παραλαβή,πήρε,κέρδισε,κεκτημένος,κακός,προσφορά
ασχολείται με,εμπορευματοποιημένα,Λιανική πώληση,πωλημένος,εμπορευματοποιημένο,εμπορευματοποιημένο,πουλήθηκε
cop-outs => δικαιολογίες, cop-out => αποδιοργάνωση, coping (with) => αντιμετώπιση (με), copies => αντίγραφα, copied => αντιγραμμένο,