Greek Meaning of commodiousness
ευρυχωρία
Other Greek words related to ευρυχωρία
Nearest Words of commodiousness
- commodious => ευρύχωρος
- commode => Κομό
- commixture => Μίγμα
- commix => ανακατεύω
- committeewoman => μέλος επιτροπής
- committeeman => μέλος επιτροπής
- committee member => μέλος επιτροπής
- committee meeting => συνεδρίαση επιτροπής
- committee for state security => επιτροπή για την ασφάλεια του κράτους
- committee => επιτροπή
- commodities exchange => Χρηματιστήριο εμπορευμάτων
- commodities market => Αγορά εμπορευμάτων
- commodity => εμπόρευμα
- commodity brokerage => Διαμεσολάβηση εμπορευμάτων
- commodity exchange => χρηματιστήριο εμπορευμάτων
- commodore => αντισυνταγματάρχης
- commodore john barry bridge => Γέφυρα Αντιπλοιάρχου Τζον Μπάρι
- commodore perry => Γιοσικάν Πέρι
- commodore vanderbilt => Commodore Vanderbilt
- common => κοινός
Definitions and Meaning of commodiousness in English
commodiousness (n)
spatial largeness and extensiveness (especially inside a building)
FAQs About the word commodiousness
ευρυχωρία
spatial largeness and extensiveness (especially inside a building)
πλάτος,περιοχή,χωρητικότητα,ευρυχωρία,ευρυχωρία,συναρπαστικότητα,ογκωδικότητα,μέγεθος,όγκος,διάσταση
No antonyms found.
commodious => ευρύχωρος, commode => Κομό, commixture => Μίγμα, commix => ανακατεύω, committeewoman => μέλος επιτροπής,