Greek Meaning of authoritatively

επίσημα

Other Greek words related to επίσημα

Definitions and Meaning of authoritatively in English

Wordnet

authoritatively (r)

in an authoritative and magisterial manner

FAQs About the word authoritatively

επίσημα

in an authoritative and magisterial manner

ακριβής,κλασικός,κλασικός,ολοκληρωμένο,οριστικός,αυστηρός,επίσημος,Καταληκτικός,αποφασιστικός,εγκρίθηκε

ανήμπορος,ανίσχυρος,ανίκανος,Αδύναμος,ανίκανος,ανίκανος

authoritative => αυθεντικός, authoritarianism => αυταρχισμός, authoritarian state => Απολυταρχικό κράτος, authoritarian regime => Αυταρχικό καθεστώς, authoritarian => αυταρχικός,