Greek Meaning of weightlessness
Ανέβαρυτητα
Other Greek words related to Ανέβαρυτητα
Nearest Words of weightlessness
Definitions and Meaning of weightlessness in English
weightlessness (n)
the property of being comparatively small in weight
FAQs About the word weightlessness
Ανέβαρυτητα
the property of being comparatively small in weight
ελαφρότητα,λεπτότητα,ελαφρότητα,Λιχουδιά,αιθερώδης,Αιθέρια,ευθραυστότητα,χνουδωτότητα,Ασημαντότητα
βαρύτητα,μαζικότητα,βαρύτητα,στερεότητα,βάρος,βάρος,Στερεότητα,ουσιαστικότητα
weightless => άυλος, weighting => στάθμιση, weightiness => βάρος, weightily => βαρυσήμαντος, weighted => σταθμισμένος,