FAQs About the word weightlessness

Ανέβαρυτητα

the property of being comparatively small in weight

ελαφρότητα,λεπτότητα,ελαφρότητα,Λιχουδιά,αιθερώδης,Αιθέρια,ευθραυστότητα,χνουδωτότητα,Ασημαντότητα

βαρύτητα,μαζικότητα,βαρύτητα,στερεότητα,βάρος,βάρος,Στερεότητα,ουσιαστικότητα

weightless => άυλος, weighting => στάθμιση, weightiness => βάρος, weightily => βαρυσήμαντος, weighted => σταθμισμένος,