Greek Meaning of stumbling (upon)

Σκοντάφτω (σε κάτι)

Other Greek words related to Σκοντάφτω (σε κάτι)

Definitions and Meaning of stumbling (upon) in English

stumbling (upon)

No definition found for this word.

FAQs About the word stumbling (upon)

Σκοντάφτω (σε κάτι)

Προκρούοντας σε,τυχαία,αντιμετωπίζοντας,συμβαίνει (στο),συνάντηση,τρέχοντας,συναντώ,τρέχοντας πάνω,αλίευση,συγκρουόμενο (με)

αποφυγή,αποδραπέτητος,αποφευκτικός,Τρέμουλο,Αποφυγή,Κάμπτω,εύπλαστος,αποφυγή

stumbling => σκοντάφτοντας, stumbles => σκοντάφτει, stumblers => σκοντάφτες, stumbled (upon) => Τσακίζω (επάνω), stumbled => σκόνταψε,