Greek Meaning of stick-in-the-mud

συντηρητικός

Other Greek words related to συντηρητικός

Definitions and Meaning of stick-in-the-mud in English

Wordnet

stick-in-the-mud (n)

someone who moves slowly

Wordnet

stick-in-the-mud (s)

(used pejoratively) out of fashion; old fashioned

FAQs About the word stick-in-the-mud

συντηρητικός

someone who moves slowly, (used pejoratively) out of fashion; old fashioned

συντηρητικός,συντηρητικός,ξεπερασμένος,απολίθωμα,Βετεράνος,προκατακλυσμιαίος,Συνταγματάρχης Μπλιμπ,Ντόντο,,κουραστικός

χίπστερ,φιλελεύθερος,μοντέρνος,μοντέρνος,προοδευτικός,ριζοσπαστικός

sticking point => το αγκάθι, sticking plaster => Λεπτό αυτοκόλλητο τσιρότο, sticking out => εξέχων, sticking => κολλώδης, stickiness => κολλητικότητα,