Greek Meaning of roan
ροάν
Other Greek words related to ροάν
- κηλιδωμένος
- κακοτυπωμένο
- έγχρωμος
- πίντο
- ουράνιο τόξο
- χρωματικός
- πολύχρωμο
- στίγματα
- μαρμαροειδής
- μουαρέ
- πολύχρωμος
- Πολύχρωμο
- άσπρος με μαύρες βούλες
- Πολυχρωματικός
- Πολύχρωμος
- πρισματικός
- ποικιλόχρωμος
- φλεβώδης
- κουκκιδωτός
- με κουκκίδες
- κηλιδωμένος
- φαιομυγάς
- ποικιλόμορφος
- Κηλιδωτός
- άστραφτερό
- Φακιδωμένος
- στικτός
- Στραβοκράτημα
- στιγματισμένος
- ποικίλος
Nearest Words of roan
Definitions and Meaning of roan in English
roan (n)
a soft sheepskin leather that is colored and finished to resemble morocco; used in bookbinding
a horse having a brownish coat thickly sprinkled with white or gray
roan (s)
(used of especially horses) having a brownish coat thickly sprinkled with white or grey
roan (a.)
Having a bay, chestnut, brown, or black color, with gray or white thickly interspersed; -- said of a horse.
Made of the leather called roan; as, roan binding.
roan (n.)
The color of a roan horse; a roan color.
A roan horse.
A kind of leather used for slippers, bookbinding, etc., made from sheepskin, tanned with sumac and colored to imitate ungrained morocco.
FAQs About the word roan
ροάν
a soft sheepskin leather that is colored and finished to resemble morocco; used in bookbinding, a horse having a brownish coat thickly sprinkled with white or g
κηλιδωμένος,κακοτυπωμένο,έγχρωμος,πίντο,ουράνιο τόξο,χρωματικός,πολύχρωμο,στίγματα,μαρμαροειδής,μουαρέ
στερεός,ακηλίδωτος
roaming => περιαγωγή, roamed => περιπλανήθηκε, roam => περιπλανιέμαι, roald hoffmann => Ρόαλντ Χόφμαν, roald amundsen => Ρόαλντ Αμούνδσεν,