Greek Meaning of relier
βασίζομαι
Other Greek words related to βασίζομαι
Nearest Words of relier
Definitions and Meaning of relier in English
relier (n.)
One who relies.
FAQs About the word relier
βασίζομαι
One who relies.
μετρώ,εξαρτάται,καλώ,άπαχο,στέκομαι επάνω,ορίζω,υπολογίζω,καλώ,δεσμεύω,εμπιστεύομαι
ερώτηση,ύποπτος,δυσπιστία,δυσπιστία
reliefless => λεία, reliefful => ανάγλυφο, relief valve => βαλβίδα ασφαλείας, relief printing => Ανάγλυφη εκτύπωση, relief pitcher => Ανακουφιστικός πίτσερ,