Greek Meaning of perseveringly
επίμονα
Other Greek words related to επίμονα
Nearest Words of perseveringly
- pershing => Πέρσινγκ
- persia => Περσία
- persian => περσικά
- persian cat => Περσική γάτα
- persian deity => περσική θεότητα
- persian empire => Περσική Αυτοκρατορία
- persian gulf => Περσικός Κόλπος
- persian gulf illness => Σύνδρομο του Περσικού Κόλπου
- persian gulf war => Πόλεμος του Κόλπου
- persian iris => Περσική ίριδα
Definitions and Meaning of perseveringly in English
perseveringly (r)
with perseverance
FAQs About the word perseveringly
επίμονα
with perseverance
Συνέχισε,συνεχίσει (με),Να το υπομένω,κράτα γερά,κράτα γερά,Συνεχίζω
εγκαταλείπω,απομίμηση,παραιτούμαι,υποβάλλω,υποκύπτω,παράδοση,απόδοση,τόξο,διστάζω,υποχωρώ
persevering => επίμονος, persevered => επέμεινε, persevere => επιμένω, perseveration => επιμονή, perseverate => επιμένω,