Greek Meaning of peeled
ξεφλουδισμένο
Other Greek words related to ξεφλουδισμένο
Nearest Words of peeled
Definitions and Meaning of peeled in English
peeled (s)
(used informally) completely unclothed
peeled (imp. & p. p.)
of Peel
FAQs About the word peeled
ξεφλουδισμένο
(used informally) completely unclothedof Peel
Γυμνός,εκτεθειμένο,ανοιχτό,γυμνός,αποκαλυμμένος,φαλακρός,εμφανίζεται,αποκάλυψε,γδαρμένος,Γυμνός
καλυμμένος,γένιος,Μανδύας,Υπερμεγέθης,τριχωτός,Κατακλύζω,καλύπτω
peele => πατάτα, peel off => ξεφλουδίζω, peel => ξεφλουδίζω, peekaboo => Κούκου, peek => κοιτάω,