Greek Meaning of peeper
κρυφοκοιτάζω
Other Greek words related to κρυφοκοιτάζω
- Περιέργεια
- χασμουρητό
- περίεργος
- Θεατής
- εισβολέας
- εισβολέας
- κατασκοπεύω
- σκάρφος
- κατάσκοπος
- περίεργος
- φιλοπερίεργος
- αποκαλύπτης
- χαζοβιόλης
- κουτσομπόλης
- παρεμβολέας
- παρεμβολέας
- θεατής
- Κιβιτζής
- Ο μεσολαβητής
- Φιλοπερίεργος
- _κουτσομπόλης_
- προσευχή
- μοχλός
- Περίεργος
- αποκαλυπτικός
- περίεργος
- θεατής
- κακός
- κουτσομπόλης
- ταμίας
- φλύαρος
- κουτσομπολιό
- πληροφοριοδότης
- Πληροφοριοδότης
- Φίδι
- κλέβω
- καραφλής
- καρφί
- χαφιές
- κουτσομπολιό
- αποκαλυπτικός
Nearest Words of peeper
Definitions and Meaning of peeper in English
peeper (n)
a viewer who enjoys seeing the sex acts or sex organs of others
an informal term referring to the eye
an animal that makes short high-pitched sounds
peeper (n.)
A chicken just breaking the shell; a young bird.
One who peeps; a prying person; a spy.
The eye; as, to close the peepers.
FAQs About the word peeper
κρυφοκοιτάζω
a viewer who enjoys seeing the sex acts or sex organs of others, an informal term referring to the eye, an animal that makes short high-pitched soundsA chicken
Περιέργεια,χασμουρητό,περίεργος,Θεατής,εισβολέας,εισβολέας,κατασκοπεύω,σκάρφος,κατάσκοπος,περίεργος
No antonyms found.
pee-pee => κατουρώ, peeped => κοίταξε κρυφά, peep sight => διόπτρα, peep => Τσουτσούρισμα, peenge => χτύπημα,