Greek Meaning of oozing
στάζων
Other Greek words related to στάζων
Nearest Words of oozing
Definitions and Meaning of oozing in English
oozing (n)
the process of seeping
oozing (s)
leaking out slowly
oozing (p. pr. & vb. n.)
of Ooze
FAQs About the word oozing
στάζων
the process of seeping, leaking out slowlyof Ooze
στάζει,αναβλύζοντας,ρευστό,Υγρασία εξόδου,αιμορραγία,διηθούμενος,εφίδρωση,που ιδρώνει,θρηνούντα,εκφόρτωση
πλημμύρα,χύσιμο,ροή,αυξανόμενη,τρεχούμενο
oozed => εξερχόταν, ooze through => εκκρίνεται μέσω, ooze out => αναβλύζω, ooze leather => Δέρμα που στάζει, ooze => σταλάζω,