Greek Meaning of macho
μάτσο
Other Greek words related to μάτσο
Nearest Words of macho
- machmeter => Μαχόμετρο
- machismo => ματσίλα
- machinist's vise => σφιγκτήρας μηχανουργού
- machinist => Μηχανικός
- machining => κατεργασία
- machine-wash => Πλυντήριο
- machinery => μηχανήματα
- machine-readable text => Μηχανογραφούμενο κείμενο
- machiner => μηχανικός
- machine-oriented language => Γλώσσα προσανατολισμένη σε μηχάνημα
Definitions and Meaning of macho in English
macho (n)
a male exhibiting or characterized by machismo
macho (s)
used of men; markedly masculine in appearance or manner
macho (n.)
The striped mullet of California (Mugil cephalus, / Mexicanus).
FAQs About the word macho
μάτσο
a male exhibiting or characterized by machismo, used of men; markedly masculine in appearance or mannerThe striped mullet of California (Mugil cephalus, / Mexic
Ανδρισμός,ματσίλα,Ανδρισμός,ανδρισμός,Ανδρισμός,ανδρισμός,παιδικότητα
θηλυκότητα,Θηλυκότητα,Θηλυκότητα,θηλυπρέπεια,θηλυκότητα,Κοριτσίστικα χρόνια,Κοριτσίστικοτητα,αναποτελεσματικότητα,θηλυκότητα
machmeter => Μαχόμετρο, machismo => ματσίλα, machinist's vise => σφιγκτήρας μηχανουργού, machinist => Μηχανικός, machining => κατεργασία,