Greek Meaning of impassibility

απαρέγκλιτος

Other Greek words related to απαρέγκλιτος

Definitions and Meaning of impassibility in English

Webster

impassibility (a.)

The quality or condition of being impassible; insusceptibility of injury from external things.

FAQs About the word impassibility

απαρέγκλιτος

The quality or condition of being impassible; insusceptibility of injury from external things.

κοντά,πυκνό,κατεψυγμένο,Αδιαπέραστο,αδιαπέραστο,αδιαπέραστο,απόρθητος,συμπαγής,συμπιεσμένος,ουσιαστικός

Διαπραγματεύσιμο,ικανοποιητικός,Διαπεραστός,Διαπερατό,μαλακός,ελαστικός,ευέλικτος,Giving = Δίνοντας,λειαντός,εύκαμπτος, εύπλαστος

impasse => Αδιέξοδο, impassable => απροσπέλαστος, impartment => παραχώρηση, imparting => imparting, impartible => Αδιαίρετος,