Greek Meaning of gesticulative

υπαινικτικός

Other Greek words related to υπαινικτικός

Definitions and Meaning of gesticulative in English

gesticulative

to make gestures especially when speaking

FAQs About the word gesticulative

υπαινικτικός

to make gestures especially when speaking

χειρονομώ,χειρονομούντος,χειρονομιακός,χειρονομιακός,κινητός,μετακινούμενο,επιδεικτικός,δυναμικός ,εκφραστικός,φορητός

κατεψυγμένο,ακίνητος,Στατικός,στάσιμος,ακόμα,ξύλινος,κενό,κατατονικός,ατάραχος,άδειος

gesticulant => χειρονομούντος, gestes => χειρονομίες, germs => μικρόβια, germproof => Αποστειρωμένο, germinates => βλαστάνει,