Greek Meaning of general relativity
γενική σχετικότητα
Other Greek words related to γενική σχετικότητα
Nearest Words of general relativity
- general practitioner => Γενικός ιατρός
- general officer => Ανώτατος αξιωματικός
- general medicine => γενική ιατρική
- general manager => γενικός διευθυντής
- general lien => Γενικό εμπράγματο δικαίωμα
- general ledger => Κεντρικός λογαριασμός
- general knowledge => Γενικές γνώσεις
- general headquarters => αρχηγείο
- general franco => ο στρατηγός Φράνκο
- general election => βουλευτικές εκλογές
- general relativity theory => Γενική θεωρία της σχετικότητας
- general security services => Γενικές υπηρεσίες ασφαλείας
- general services administration => Γενική Διοίκηση Υπηρεσιών
- general staff => Γενικό Επιτελείο
- general store => Μπακάλικο
- general theory of relativity => Γενική θεωρία της σχετικότητας
- general verdict => Γενική ετυμηγορία
- generalcy => στρατηγεία
- generalisation => γενίκευση
- generalise => γενικεύω
Definitions and Meaning of general relativity in English
general relativity (n)
a generalization of special relativity to include gravity (based on the principle of equivalence)
FAQs About the word general relativity
γενική σχετικότητα
a generalization of special relativity to include gravity (based on the principle of equivalence)
αμοιβαιότητα,εξάρτηση,εξάρτηση,εμπιστοσύνη,εμπιστοσύνη,εμπιστοσύνη,πίστη,απόθεμα,εμπιστοσύνη
Αυτονομία,ανεξαρτησία,Αυτοδιάθεση,Κυριαρχία,ανεξαρτησία,αυτοπεποίθηση,αυτοβοήθεια,αυτοεξάρτηση,κυριαρχία,αυτονομία
general practitioner => Γενικός ιατρός, general officer => Ανώτατος αξιωματικός, general medicine => γενική ιατρική, general manager => γενικός διευθυντής, general lien => Γενικό εμπράγματο δικαίωμα,