Greek Meaning of expel
εκβάλλω
Other Greek words related to εκβάλλω
- εξορίσω
- καταδίωξη
- απολύω
- εκτινάσσω
- έξω
- αναπήδηση
- αποβάλλω / εξορίζω
- εξώσεις
- Εξώθηση
- πετάω έξω
- εκτοπίζω
- αφαιρώ
- φυγή
- εξαντλώ
- Σακί
- αποδεικνύεται
- αποβάλλω
- τυμπανίζω (έξω)
- τσεκούρι
- τσεκούρι
- μπορώ
- πετάω κάποιον έξω από το παράθυρο
- εκδιώκω
- εκφόρτιση
- εκτοπίζω
- στερώ
- Εξορία
- ομογενής
- φωτιά
- απολύω
- οστρακισμός
- Απελευθέρωση
- συνταξιοδοτούμαι
- διώχνω
- αποκλείω
- τερματισμός
- απολύω κάποιον
- απόλυση
- διαβάστε μεγαλόφωνα
- χλοοτάπητας (έξω)
Nearest Words of expel
Definitions and Meaning of expel in English
expel (v)
force to leave or move out
remove from a position or office
cause to flee
eliminate (a substance)
expel (v. t.)
To drive or force out from that within which anything is contained, inclosed, or situated; to eject; as to expel air from a bellows.
To drive away from one's country; to banish.
To cut off from further connection with an institution of learning, a society, and the like; as, to expel a student or member.
To keep out, off, or away; to exclude.
To discharge; to shoot.
FAQs About the word expel
εκβάλλω
force to leave or move out, remove from a position or office, cause to flee, eliminate (a substance)To drive or force out from that within which anything is con
εξορίσω,καταδίωξη,απολύω,εκτινάσσω,έξω,αναπήδηση,αποβάλλω / εξορίζω,εξώσεις,Εξώθηση,πετάω έξω
αποδέχομαι,ομολογώ,λαμβάνω,παίρνω,Διασκέδαση,παίρνω,Καλώς ήρθατε (Kalos orisate),λιμάνι,σπίτι,καλύβα, πανδοχείο
expeditive => ταχύς, expeditiousness => ταχύτητα, expeditiously => expeditiously **άμεσα, expeditious => γρήγορος, expeditionist => εξερευνητής,