FAQs About the word engaging (with)

(συμμετοχή σε)

to become involved with (someone or something)

αντιδρώντας (σε),Ανταποκρινόμενος (σε),προς,είναι (για),διαχείριση (με),δεδομένου ότι,εκτίμηση,Βαθμολογία,σχετικά,θεραπεία

No antonyms found.

engaging (in) => ενασχόληση με, engages => αναμιγνύεται, engagements => αρραβώνες, engaged (in) => ασχολείται με, engage (with) => εμπλέκω (με),