Greek Meaning of engaging (with)
(συμμετοχή σε)
Other Greek words related to (συμμετοχή σε)
Nearest Words of engaging (with)
Definitions and Meaning of engaging (with) in English
engaging (with)
to become involved with (someone or something)
FAQs About the word engaging (with)
(συμμετοχή σε)
to become involved with (someone or something)
αντιδρώντας (σε),Ανταποκρινόμενος (σε),προς,είναι (για),διαχείριση (με),δεδομένου ότι,εκτίμηση,Βαθμολογία,σχετικά,θεραπεία
No antonyms found.
engaging (in) => ενασχόληση με, engages => αναμιγνύεται, engagements => αρραβώνες, engaged (in) => ασχολείται με, engage (with) => εμπλέκω (με),