Greek Meaning of concentration
συγκέντρωση
Other Greek words related to συγκέντρωση
Nearest Words of concentration
- concentration camp => Στρατόπεδο συγκέντρωσης
- concentration gradient => Διαβάθμιση συμπύκνωσης
- concentrator => συμπυκνωτής
- concentre => Συγκεντρώνομαι
- concentric => ομόκεντρος
- concentrical => συγκεντρικός
- concentricity => ομοκεντρικότητα
- concepcion => Κονσεπσιόν
- concept => έννοια
- concept album => εννοιολογικό άλμπουμ
Definitions and Meaning of concentration in English
concentration (n)
the strength of a solution; number of molecules of a substance in a given volume
the spatial property of being crowded together
strengthening the concentration (as of a solute in a mixture) by removing diluting material
increase in density
complete attention; intense mental effort
bringing together military forces
great and constant diligence and attention
FAQs About the word concentration
συγκέντρωση
the strength of a solution; number of molecules of a substance in a given volume, the spatial property of being crowded together, strengthening the concentratio
απορρόφηση,προσοχή,εμβάπτιση,αφοσίωση,γοητεία,προσήλωση,εμμονή,απασχόληση,εγρήγορση,εφαρμογή
απουσία,αφαίρεση,Απόσπαση,περισπασμός,απροσεξía,αδιαφορία,Απομακρυσμένη,Άγνοια,Απώλεια συνείδησης,ανάληψη
concentrated fire => Συγκεντρωμένα πυρά, concentrated => συμπυκνωμένος, concentrate on => εστιάζω σε, concentrate => Συμπύκνωμα, concenter => συγκεντρωθείτε,