FAQs About the word clawed

αρπάγη

having or resembling a claw or claws; often used as a combining form, (of predatory animals) armed with claws or talonsof Claw, Furnished with claws.

σκαμμένο,εκβαθυσμένος,εκσκαμμένο,ξεθάφτηκε,σκάβω,σκάψιμο,εξορυσσόμενο,σκαμμένη,σκαμμένο,φτυαρισμένο

γεμάτος (σε),λείανση (έξω ή πάνω)

clawback => Επιστροφή, claw hatchet => νυχοθήρας, claw hammer => σφυρί με νύχια, claw => νύχι, clavus => Κάλος,