Greek Meaning of chronic obstructive pulmonary disease
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
Other Greek words related to Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of chronic obstructive pulmonary disease
- chronic myelocytic leukemia => Χρόνια μυελογενής λευχαιμία
- chronic lymphocytic leukemia => Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία
- chronic leukemia => χρόνια λευχαιμία
- chronic kidney failure => Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
- chronic glossitis => χρόνια γλωσσίτιδα
- chronic glaucoma => Χρόνιο γλαύκωμα
- chronic gastritis => Χρόνια γαστρίτιδα
- chronic eczema => Χρόνιο έκζεμα
- chronic bronchitis => Χρόνια βρογχίτιδα
- chronic => χρόνιος
- chronic pyelonephritis => Χρόνια πυελονεφρίτιδα
- chronic renal failure => Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
- chronic wasting disease => Χρόνια φθίνουσα νόσος
- chronical => χρόνιος
- chronically => χρονίως
- chronicle => χρονικό
- chronicled => χρονικογραφημένο
- chronicler => χρονογράφος
- chronicling => χρονικό
- chronique => Χρονικό
Definitions and Meaning of chronic obstructive pulmonary disease in English
chronic obstructive pulmonary disease (n)
a nonreversible lung disease that is a combination of emphysema and chronic bronchitis; usually patients have been heavy cigarette smokers
FAQs About the word chronic obstructive pulmonary disease
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
a nonreversible lung disease that is a combination of emphysema and chronic bronchitis; usually patients have been heavy cigarette smokers
No synonyms found.
No antonyms found.
chronic myelocytic leukemia => Χρόνια μυελογενής λευχαιμία, chronic lymphocytic leukemia => Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, chronic leukemia => χρόνια λευχαιμία, chronic kidney failure => Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, chronic glossitis => χρόνια γλωσσίτιδα,