Greek Meaning of aura
αύρα
Other Greek words related to αύρα
- αέρας
- ατμόσφαιρα
- περιβάλλον
- αρώματα
- ατμόσφαιρα
- Γεύση
- αίσθηση
- μυρωδιά
- κλίμα
- νιώθω
- συναίσθημα
- φωτοστέφανος
- κάρμα
- διάθεση
- μυστική
- άλω
- οσμή
- πατίνα
- ταμπεραμέντο
- δόνηση(εις)
- χαρακτηριστικό
- φωτοστέφανος
- φωτοστέφανος
- Χαρακτήρας
- χαρακτηριστικός
- χρώμα
- Γένιος τόπου
- ψευδαίσθηση
- εικόνα
- σημείωση
- έννοια
- αρμονική
- ιδιαιτερότητα
- εικόνα
- ιδιοκτησία
- Ρομαντισμός
- Ομοιότητα
- αίσθηση
- πνεύμα
- πρόταση
- τόνος
- χαρακτηριστικό
Nearest Words of aura
Definitions and Meaning of aura in English
aura (n)
a sensation (as of a cold breeze or bright light) that precedes the onset of certain disorders such as a migraine attack or epileptic seizure
an indication of radiant light drawn around the head of a saint
a distinctive but intangible quality surrounding a person or thing
aura (n.)
Any subtile, invisible emanation, effluvium, or exhalation from a substance, as the aroma of flowers, the odor of the blood, a supposed fertilizing emanation from the pollen of flowers, etc.
The peculiar sensation, as of a light vapor, or cold air, rising from the trunk or limbs towards the head, a premonitory symptom of epilepsy or hysterics.
FAQs About the word aura
αύρα
a sensation (as of a cold breeze or bright light) that precedes the onset of certain disorders such as a migraine attack or epileptic seizure, an indication of
αέρας,ατμόσφαιρα,περιβάλλον,αρώματα,ατμόσφαιρα,Γεύση,αίσθηση,μυρωδιά,κλίμα,νιώθω
No antonyms found.
aunty => θεία, auntter => θεία, auntrous => περιπετειώδης, auntie => θεία, aunter => Θείος,