Greek Meaning of asset

περιουσιακό στοιχείο

Other Greek words related to περιουσιακό στοιχείο

Definitions and Meaning of asset in English

Wordnet

asset (n)

a useful or valuable quality

Webster

asset (n.)

Any article or separable part of one's assets.

FAQs About the word asset

περιουσιακό στοιχείο

a useful or valuable qualityAny article or separable part of one's assets.

πράκτορας,λειτουργικός,κατάσκοπος,απεσταλμένος,Πληροφοριοδότης,σπίλος,Μυστικός πράκτορας,φάντασμα,μυστικός,μυστικός πράκτορας

Μειονέκτημα,μειονέκτημα,βάρος,εμπόδιο,εμπόδιο,Ευθύνη,μείον,περιορισμός,αναστολέας,εμπόδιο

assessorship => εκτίμηση, assessorial => Εκτιμητικός, assessor => Εκτιμητής, assessment => αξιολόγηση, assession => προσχώρηση,