Greek Meaning of approximation
Προσέγγιση
Other Greek words related to Προσέγγιση
- εντύπωση
- μετενσάρκωση
- έκδοση
- επιπλέον
- εικόνα
- μίμηση
- αποτύπωμα
- Ομοιότητα
- μινιατούρα
- Εκτύπωση
- Ανασυγκρότηση
- εφεδρεία
- Ομοιότητα
- προσομοίωση
- εφεδρικό
- άνθρακας
- Αντίγραφο με άνθρακα
- κλώνος
- Αντίγραφο
- πλαστό
- κούκλα
- εξαπατώ
- αντίγραφο
- διπλοτυπία
- Φαξ
- ψεύτικος
- πλαστογραφία
- απομίμηση
- κοροϊδεύω
- μοντέλο
- ψεύτικος
- ψεύτικη
- Επαναδημιουργία
- Διπλασιασμός
- Αντίγραφο
- replica
- Αναπαραγωγή
- απάτη
- Σφραγίδα από καουτσούκ
- σκιά
- απάτη
Nearest Words of approximation
Definitions and Meaning of approximation in English
approximation (n)
an approximate calculation of quantity or degree or worth
the quality of coming near to identity (especially close in quantity)
an imprecise or incomplete account
the act of bringing near or bringing together especially the cut edges of tissue
approximation (n.)
The act of approximating; a drawing, advancing or being near; approach; also, the result of approximating.
An approach to a correct estimate, calculation, or conception, or to a given quantity, quality, etc.
A continual approach or coming nearer to a result; as, to solve an equation by approximation.
A value that is nearly but not exactly correct.
FAQs About the word approximation
Προσέγγιση
an approximate calculation of quantity or degree or worth, the quality of coming near to identity (especially close in quantity), an imprecise or incomplete acc
εντύπωση,μετενσάρκωση,έκδοση,επιπλέον,εικόνα,μίμηση,αποτύπωμα,Ομοιότητα,μινιατούρα,Εκτύπωση
πρωτότυπο,πρωτότυπο,αρχέτυπο
approximating => περίπου, approximated => προσέγγιστη, approximate range => κατά προσέγγιση εύρος, approximate => κατά προσέγγιση, approvingly => επιδοκιμαστικά,