Greek Meaning of uncompensated

μη αποζημιούμενος

Other Greek words related to μη αποζημιούμενος

Definitions and Meaning of uncompensated in English

Wordnet

uncompensated (s)

not paying a salary

FAQs About the word uncompensated

μη αποζημιούμενος

not paying a salary

διακριτικός,επίτιμος,απλήρωτος,εθελοντικός,δωρεά,ονομαστική,προαιρετικό,απονεμημένος,δωρεάν,δωρεάν

δαπανηρός,ακριβός,υψηλός,πληρωμένος,αγαπητέ/αγαπητή

uncompassionate => αδυσώπητος, uncompartmented => ασυγκρίτως, uncomparably => ασύγκριτα, uncomparable => ασύγκριτος, uncompahgre peak => Κορυφή Uncompahgre,