Greek Meaning of transmissibility

μεταδοτικότητα

Other Greek words related to μεταδοτικότητα

Definitions and Meaning of transmissibility in English

Webster

transmissibility (n.)

The quality of being transmissible.

FAQs About the word transmissibility

μεταδοτικότητα

The quality of being transmissible.

μεταδοτικός,μεταδοτικός,μολυσματικός,αλίευση,μεταδοτικός,μεταδοτικός,λοιμώδης

μη μεταδοτικός,μη μολυσματικός

transmigratory => μεταναστευτικό, transmigrator => μετενσαρκωτής, transmigration => μετενσάρκωση, transmigrating => μετεμψύχωση, transmigrated => μετενσαρκωμένος,