FAQs About the word transmittable

μεταδοτικός

(of disease) capable of being transmitted by infection

μεταδοτικός,μεταδοτικός,μολυσματικός,μεταδοτικός,μεταδοτικός,αλίευση,λοιμώδης

μη μεταδοτικός,μη μολυσματικός

transmit => μεταδίδω, transmissive => διαπεραστικός, transmissionist => μεταδότης, transmission time => χρόνος μετάδοσης, transmission system => Σύστημα μετάδοσης,