Greek Meaning of pulpy
πολτώδης
Other Greek words related to πολτώδης
Nearest Words of pulpy
Definitions and Meaning of pulpy in English
pulpy (s)
like a pulp or overripe; not having stiffness
FAQs About the word pulpy
πολτώδης
like a pulp or overripe; not having stiffness
Σαρκώδης,Ζουμερός,Παχύφυτο,δακρύβρεχτος,Υδαρής
αφυδατωμένος,αποξηραμένος,ξηρός,άχυμος,Χωρίς χυμό,ζαρωμένος,ρυτιδωμένος,μαραμένος,σοτάρω,ξερός
pulpwood => πολτός, pulpit => Άμβωνας, pulpiness => χυμός, pulp magazine => περιοδικό pulp, pulp cavity => Θάλαμος πολφού,