Greek Meaning of pulp
ψίχα
Other Greek words related to ψίχα
- άλμπουμ
- ανθολογία
- μονογραφία
- μυθιστόρημα
- Νουβέλα
- αστάρι
- κείμενο
- Σχολικό βιβλίο
- φυλλάδιο
- Πραγματεία
- ημερολόγιο
- βιβλίο περιπτώσεων
- κατάλογος
- κατάλογος
- Φυλλάδιο
- εγκυκλοπαίδεια
- εγκυκλοπαίδεια
- λεξικό
- Εγκυκλοπαίδεια
- folio
- Οδηγός
- εγχειρίδιο
- Σκληρό εξώφυλλο
- οδηγίες
- εγχειρίδιο
- λεωφορείο
- χαρτί
- Μαλακό εξώφυλλο
- Εικονογραφημένο βιβλίο
- τετάρτο
- βιβλίο
- Σκληρό εξώφυλλο
- Χαρτόδετο
- Τσέπης βιβλίο
- Έκδοση τσέπης
- Μαλακό εξώφυλλο
- Μαλακό εξώφυλλο
- τόμος
- Εμπορικό βιβλίο
- Εμπορική έκδοση
- τόμος
Nearest Words of pulp
- pulmotor => αναπνευστήρας
- pulmonic plague => πανώλη
- pulmonic => πνευμονικός
- pulmonata => Σαλιγκάρια
- pulmonary vein => πνευμονική φλέβα
- pulmonary valve => Πνευμονική βαλβίδα
- pulmonary tuberculosis => Φυματίωση πνευμόνων
- pulmonary trunk => Πνευμονικός κορμός
- pulmonary stenosis => Στένωση πνευμονικής βαλβίδας
- pulmonary reserve => πνευμονική εφεδρεία
Definitions and Meaning of pulp in English
pulp (n)
any soft or soggy mass
a soft moist part of a fruit
a mixture of cellulose fibers
an inexpensive magazine printed on poor quality paper
the soft inner part of a tooth
pulp (v)
remove the pulp from, as from a fruit
reduce to pulp
FAQs About the word pulp
ψίχα
any soft or soggy mass, a soft moist part of a fruit, a mixture of cellulose fibers, an inexpensive magazine printed on poor quality paper, the soft inner part
άλμπουμ,ανθολογία,μονογραφία,μυθιστόρημα,Νουβέλα,αστάρι,κείμενο,Σχολικό βιβλίο,φυλλάδιο,Πραγματεία
No antonyms found.
pulmotor => αναπνευστήρας, pulmonic plague => πανώλη, pulmonic => πνευμονικός, pulmonata => Σαλιγκάρια, pulmonary vein => πνευμονική φλέβα,