Greek Meaning of pound
λίρα
Other Greek words related to λίρα
- μπανγκ
- ρυθμός
- χτύπημα
- χτύπημα
- χτυπάω
- τσιμπάω
- γροθιά
- χτύπημα
- Χαστούκι
- χαστούκι
- Ξύλο
- Εγκεφαλικό επεισόδιο
- σάρωση
- θόρυβος
- κτύπημα
- χτύπημα
- bash
- νυχτερίδα
- ξύλο
- ζώνη
- μποπ
- κουτί
- Μπουφές
- προτομή
- κόβω
- χειροκρότημα
- κλιπ
- επιρροή
- ρωγμή
- μανσέτα
- νταμπ
- μουλιάζει
- ψιλοχτύπημα
- χάκινγκ
- χέρι
- χέιμέικερ
- γάντζος
- κλοτσιά
- Γόνατο
- Μάστιγα
- Γούνα
- διαλέγω
- παχουλός
- χτύπημα
- Ραπ
- γυμνοσάλιαγκας
- συντρίβω
- κάλτσα
- κεντρί
- Ράβδωση
- SWAT
- κούνια
- διακόπτης
- χτύπημα
- Ράπισμα
- Φουσκάλα
- whou
- μαστίγωμα
- μετρητής
- Αντεπίθεση
- αντεπίθεση
- Αποκαθήλωση
- μαστίγωμα
- σφυρηλάτηση
- νοκντάουν
- Νοκ άουτ
- μάγκας
- χαστούκι
- Αριστερά
- επικόλληση
- λαγουδογροθιά
- δεξιά
- Στρόγγυλο αμαξοστάσιο
- Ρίγος
- οχιά
- Νύχτιο δέσιμο
- ξυλοδαρμός
- uppercut
- εκκωφαντικός
- ουάπ
- μαστίγιο
- μαστίγωμα
- ξυλοδαρμός
- Κτύπημα στο σώμα
- συντριπτικός
- αντεπίθεση
- θραυστήρας
- ραβδισμός
- ένα-δύο
- ξυλοκοπάω
- ξυλοκόπημα
Nearest Words of pound
Definitions and Meaning of pound in English
pound (n)
16 ounces avoirdupois
the basic unit of money in Great Britain and Northern Ireland; equal to 100 pence
a unit of apothecary weight equal to 12 ounces troy
the basic unit of money in Syria; equal to 100 piasters
the basic unit of money in the Sudan; equal to 100 piasters
the basic unit of money in Lebanon; equal to 100 piasters
formerly the basic unit of money in Ireland; equal to 100 pence
the basic unit of money in Egypt; equal to 100 piasters
the basic unit of money in Cyprus; equal to 100 cents
a nontechnical unit of force equal to the mass of 1 pound with an acceleration of free fall equal to 32 feet/sec/sec
United States writer who lived in Europe; strongly influenced the development of modern literature (1885-1972)
a symbol for a unit of currency (especially for the pound sterling in Great Britain)
a public enclosure for stray or unlicensed dogs
the act of pounding (delivering repeated heavy blows)
pound (v)
hit hard with the hand, fist, or some heavy instrument
strike or drive against with a heavy impact
move heavily or clumsily
move rhythmically
partition off into compartments
shut up or confine in any enclosure or within any bounds or limits
place or shut up in a pound
break down and crush by beating, as with a pestle
FAQs About the word pound
λίρα
16 ounces avoirdupois, the basic unit of money in Great Britain and Northern Ireland; equal to 100 pence, a unit of apothecary weight equal to 12 ounces troy, t
μπανγκ,ρυθμός,χτύπημα,χτύπημα,χτυπάω,τσιμπάω,γροθιά,χτύπημα,Χαστούκι,χαστούκι
αεράκι,ακτή,ολίσθηση,ολίσθηση,παρασύρειν,επιπλέω,κρέμασμα,Κρέμω,βαλς,Αβγοδάρτης
pounce => ορμάω, poultryman => πτηνοτρόφος, poultry => πουλερικά, poultice => κατάπλασμα, poulterer => πουλερικός,