Greek Meaning of pawned
ενεχυριασμένο
Other Greek words related to ενεχυριασμένο
Nearest Words of pawned
Definitions and Meaning of pawned in English
pawned (imp. & p. p.)
of Pawn
FAQs About the word pawned
ενεχυριασμένο
of Pawn
κατατέθηκε,υποθηκευμένο,υποθηκευμένο,δεσμεύτηκε,δεσμευμένος
αγόρασε (πίσω),κέρδισε (πίσω),λυτρωμένος
pawnbroking => Λομβαρδία, pawnbroker's shop => ενεχυροδανειστήριο, pawnbroker => ενεχυροδανειστήριο, pawnable => ενεχυριάζομαι, pawn ticket => δελτίο ενεχύρου,