FAQs About the word pawned

ενεχυριασμένο

of Pawn

κατατέθηκε,υποθηκευμένο,υποθηκευμένο,δεσμεύτηκε,δεσμευμένος

αγόρασε (πίσω),κέρδισε (πίσω),λυτρωμένος

pawnbroking => Λομβαρδία, pawnbroker's shop => ενεχυροδανειστήριο, pawnbroker => ενεχυροδανειστήριο, pawnable => ενεχυριάζομαι, pawn ticket => δελτίο ενεχύρου,