Greek Meaning of netted
διασκελισμένος
Other Greek words related to διασκελισμένος
Nearest Words of netted
Definitions and Meaning of netted in English
netted (s)
having open interstices or resembling a web
netted (imp. & p. p.)
of Net
of Net
FAQs About the word netted
διασκελισμένος
having open interstices or resembling a webof Net, of Net
παγιδευμένος,μπερδεμένος,παγιδευμένος,αιχμαλωτισμένος,μπλεγμένος,Παγιδευμένος,μπλεγμένος,μπερδεμένος,μπλεγμένος,παγιδευμένος
ξεκαθαρισμένο,αποσπασμένος,ανεμπλοκή,μπερδεμένος,απελευθερωμένος,απελευθερωμένος,απελευθερωμένος,Ξεμπερδεμένος
nett => καθαρός, netsuke => νετσούκε, netscape => Netscape, netminder => τερματοφύλακας, netmail => Netmail,