Greek Meaning of loaf
ψωμί
Other Greek words related to ψωμί
- γλουτοί
- χιλι
- drone
- αδρανής
- χαλαρώστε
- τεμπέλης
- τεμπέλης
- Σαλόνι
- παίξε
- τσιμπάω
- ανάπαυση
- περίπατος
- τεμπελιάζω
- Παρακάμπτω (γύρω)
- Περιπλανιέμαι (γύρω ή έξω)
- κρέμομαι
- σκοτώνω το χρόνο
- να τεμπελιάζω
- χασομεράω
- τριγυρνώ
- αναβάλλω
- αιστιβασμός
- ανοησία
- κλοτσάνε
- καθυστερώ
- αργολογώ
- ακαταστασία
- πίθηκος
- κοπριά
- χαλάρωσε
- Κύκνος
- ασήμαντο
- σκαλίζω
- Αγγειοπλάστης (γύρω-γύρω)
- φλαντάρω
- Τρίβω τα χέρια μου
- ξηρανεμίζω
- αργός περίπατος
- υπνάκο
- αναστολή εργασίας
- Τεμπέλης
- χειμερία νάρκη
- καθυστέρηση
- τριγυρνάω
- προσποιούμαι
- περπατώ με αργό ρυθμό
- περιπατώ
- καθυστερώ
- κοπανατζής
Nearest Words of loaf
Definitions and Meaning of loaf in English
loaf (n)
a shaped mass of baked bread that is usually sliced before eating
a quantity of food (other than bread) formed in a particular shape
loaf (v)
be lazy or idle
be about
loaf (n.)
Any thick lump, mass, or cake; especially, a large regularly shaped or molded mass, as of bread, sugar, or cake.
loaf (v. i.)
To spend time in idleness; to lounge or loiter about.
loaf (v. t.)
To spend in idleness; -- with away; as, to loaf time away.
FAQs About the word loaf
ψωμί
a shaped mass of baked bread that is usually sliced before eating, a quantity of food (other than bread) formed in a particular shape, be lazy or idle, be about
γλουτοί,χιλι,drone,αδρανής,χαλαρώστε,τεμπέλης,τεμπέλης,Σαλόνι,παίξε,τσιμπάω
αλέθω,Εργασία,άροτρο,βύσμα,ιδρώτας,Μόχθος,δουλειά,εφαρμόζω,δουλεία,ασκώ
loadstone => μαγνήτης, loadstar => Πολικός αστέρας, loadsman => πιλότος, load-shedding => Διακοπή ρεύματος, loads => φορτία,