Greek Meaning of knocked (about)

κουρασμένος

Other Greek words related to κουρασμένος

Definitions and Meaning of knocked (about) in English

knocked (about)

No definition found for this word.

FAQs About the word knocked (about)

κουρασμένος

παρασυρμένος,περιπλανήθηκε,περπατούσε,περιπλανήθηκε,χτύπησε,πλεύρισε,επιπλέων,περιπλανιέται (περί),περιφερόμενος,κλώτσησε γύρω

No antonyms found.

knockdowns => νοκ άουτ, knockabouts => αλήτης, knock together => Χτυπάμε μαζί, knock silly => χτυπάω ανόητα, knock one's socks off => εκπλήσσειν,