Greek Meaning of jape
φάρσα
Other Greek words related to φάρσα
- ανέκδοτο
- αστειευόμενος
- γέλιο
- καταπληκτικός
- Χιούμορ
- αστείο
- φιμώτρο
- γέλιο
- αστείο
- Τζος
- ανέκδοτο μίας γραμμής
- παρωδία
- ευγένεια
- Φάρσα
- αστείο
- πλευρό
- Σάλι
- κραυγή
- φάρσα
- αστείο
- ευφυολογία
- Γιακ
- ουάι
- γιοκ
- ξύ
- αντίκα
- πείραγμα
- γελοιότητα
- μπουρλέσκ
- κάππαρη
- γελοιογραφία
- Κωμωδία
- ρωγμή
- Φαιδρότητα
- αστείο
- χιούμορ
- χιούμορ
- Αστείο
- σάτιρα
- Πειράγματα
- κοροϊδεύω
- χλευασμός
- έξυπνος
- πανικός
- κοροϊδία
- φάρσα
- βάζω
- ειρωνεία
- Αντιλογία
- ριφ
- ταραχή
- ξεκαρδιστικός
- τέχνασμα
- ευφυΐα
- Λεξοπαίγνιο
- Μπόφολα
- Αστείος
- αστείος
- ἱλαρότητα
- αστείος
- Μαϊμουδίες
- καυστικός
Nearest Words of jape
- japannish => γιαπωνέζικο
- japanning => Ιαπωνία
- japanner => <span dir="ltr">Ιάπωνας</span>
- japanned => ιαπωνοποιημένος
- japanese-speaking => Ιαπωνόφωνος
- japanese yew => Ιαπωνικός τάξος
- japanese wistaria => ιαπωνική γλυτσίνα
- japanese varnish tree => Ιαπωνική δενδρολακιά
- japanese umbrella pine => Ιαπωνική ομπρελοπεύκη
- japanese tree lilac => Ιαπωνική πασχαλιά
Definitions and Meaning of jape in English
jape (n)
a humorous anecdote or remark intended to provoke laughter
jape (v. i.)
To jest; to play tricks; to jeer.
jape (v. t.)
To mock; to trick.
FAQs About the word jape
φάρσα
a humorous anecdote or remark intended to provoke laughterTo jest; to play tricks; to jeer., To mock; to trick.
ανέκδοτο,αστειευόμενος,γέλιο,καταπληκτικός,Χιούμορ,αστείο,φιμώτρο,γέλιο,αστείο,Τζος
No antonyms found.
japannish => γιαπωνέζικο, japanning => Ιαπωνία, japanner => <span dir="ltr">Ιάπωνας</span>, japanned => ιαπωνοποιημένος, japanese-speaking => Ιαπωνόφωνος,