Greek Meaning of hashed (over or out)

(over or out) τεμαχισμένο (πάνω ή έξω)

Other Greek words related to (over or out) τεμαχισμένο (πάνω ή έξω)

Definitions and Meaning of hashed (over or out) in English

hashed (over or out)

No definition found for this word.

FAQs About the word hashed (over or out)

(over or out) τεμαχισμένο (πάνω ή έξω)

συζήτησαν,συζητήθηκε,μίλησε για,ταραγμένος,ισχυρίστηκε,διαφημίζεται,χτυπημένος (γύρω ή εμπρός-πίσω),Καμβάς,αμφισβητούμενο,προτεινόμενο

No antonyms found.

hash (over) => ψήγμα (πάνω από), hash (over or out) => Hash (over ή out), has-beens => ξεπερασμένοι, has one's eye on => παρακολουθεί, has on => φοράει,