Greek Meaning of gofer

αγγελιοφόρος

Other Greek words related to αγγελιοφόρος

Definitions and Meaning of gofer in English

Wordnet

gofer (n)

an employee whose duties include running errands

FAQs About the word gofer

αγγελιοφόρος

an employee whose duties include running errands

βοηθός,Συμμετέχων,δούλος ,δουλεία,Φακτότουμ,Οικονόμος,μπάτλερ,σύντροφος,υπηρέτης,Ακόλουθος

Εργοδηγός,κύριος,Αφεντικό,Καπετάνιος,αρχηγός,κεφάλι,ηγέτης,Πρόεδρος χωριού,πηδαλιούχος,αρχηγός

goety => Γκοετία, goethite => Γεοθίτης, goethian => γκαίτεϊκο, goethean => γκαιτιανός, goethe => Γκαίτε,