FAQs About the word geek

φρικιό

a carnival performer who does disgusting acts, a person with an unusual or odd personality

nerd,βιβλιοφάγος,λόγιος,λουκάνικο,Ειδικός,ακαδημαϊκός,βιβλιοπώλης,Εγκέφαλος,Ντανκ,Μηχανικός

τεμπέλης,Υποαποδότης,Τεμπέλης,τεμπέλης,χυδαίος

geeing => ενθουσιώδης, gee-gee => άλογο, geed => σγουρός, geebung => Geebung, gee => γεια,