Greek Meaning of dowry
προίκα
Other Greek words related to προίκα
- ελεημοσύνη
- συνεισφορά
- δωρεά
- προίκα
- προίκισμα
- Δώρο
- παρόν
- παρουσίαση
- δεκάτη
- Φιλανθρωπία
- ευεργεσία
- ευσπλαγχνία
- παραχώρηση
- μπόνους
- φιλανθρωπία
- comp
- επίδομα
- δωρεά
- φέρινγκ
- δωρεάν
- Δωρεάν
- δώρο
- επιχορήγηση
- φυλλάδιο
- προκαταβολή
- γενναιοδωρία
- γενναιοδωρία
- προσφορά
- φιλανθρωπία
- θυσία
- επιδότηση
- Φόρος τιμής
- απροσδόκητο κέρδος
- πακέτο φροντίδας
- βραβείο
- κληροδότημα
- δώρο
- κουτί
- ευγένεια
- χάρη
- φοί
- γενναιοδωρία
- φιλοδώρημα
- δώρο
- κληρονομιά
- βραβείο
- ανάμνηση
- ανταμοιβή
- φιλοδώρημα
- Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου
- φιλοδώρημα
Nearest Words of dowry
Definitions and Meaning of dowry in English
dowry (n)
money or property brought by a woman to her husband at marriage
dowry (n.)
A gift; endowment.
The money, goods, or estate, which a woman brings to her husband in marriage; a bride's portion on her marriage. See Note under Dower.
A gift or presents for the bride, on espousal. See Dower.
FAQs About the word dowry
προίκα
money or property brought by a woman to her husband at marriageA gift; endowment., The money, goods, or estate, which a woman brings to her husband in marriage;
ελεημοσύνη,συνεισφορά,δωρεά,προίκα,προίκισμα,Δώρο,παρόν,παρουσίαση,δεκάτη,Φιλανθρωπία
No antonyms found.
dowries => προίκες, dowress => χήρα, dowral => προίκα, downy yellow violet => Μωβ βιολέτα, downy woodpecker => Δρυοκολάπτης der kleinen gefleckten,