Greek Meaning of cops
αστυνομικοί
Other Greek words related to αστυνομικοί
- αστυνομικοί
- αξιωματικοί
- αστυνομικοί
- μπάτσοι
- χάλκινα νομίσματα
- ντετέκτιβ
- Χωροφύλακες
- ερευνητές
- υπηρέτες του νόμου
- Αστυνομία
- αστυνομικοί
- σερίφηδες
- ταύροι
- καπετάνιοι
- Πλατυποδία
- χνούδι
- γαλότσες
- επιθεωρητές
- υπολοχαγοί
- μαρσάλες
- λόρδοι
- άνδρες
- Εργαζόμενοι
- περιπολίες
- αστυνομικοί
- Οι ντεντέκτιβ
- αστυνομικές δυνάμεις
- Αστυνομίνες
- λοχίες
- ντετέκτιβ
- Αιμοκυνοειδή
- ντετέκτιβ
- Στρατιώτες
Nearest Words of cops
Definitions and Meaning of cops in English
cops
a cylindrical or conical mass of thread, yarn, or roving wound on a quill or tube, purchase, to get hold of, steal, swipe, police officer, admit sense 2b, top, crest, a quill or tube upon which it is wound, adopt sense 2
cops
a cylindrical or conical mass of thread, yarn, or roving wound on a quill or tube, purchase, to get hold of, steal, swipe, police officer, admit sense 2b, top, crest, a quill or tube upon which it is wound, adopt sense 2
FAQs About the word cops
αστυνομικοί
a cylindrical or conical mass of thread, yarn, or roving wound on a quill or tube, purchase, to get hold of, steal, swipe, police officer, admit sense 2b, top,
αστυνομικοί,αξιωματικοί,αστυνομικοί,μπάτσοι,χάλκινα νομίσματα,ντετέκτιβ,Χωροφύλακες,ερευνητές,υπηρέτες του νόμου,Αστυνομία
Πολίτες
coproprietor => συνιδιοκτήτης, coprolites => Κοπρόλιθοι, coproducer => Συμπαραγωγός, coprisoner => συγκατηγορούμενος, coprincipal => συνκύριος,