Greek Meaning of complementary

συμπληρωματικός,-ή,-ό

Other Greek words related to συμπληρωματικός,-ή,-ό

Definitions and Meaning of complementary in English

Wordnet

complementary (n)

either one of two chromatic colors that when mixed together give white (in the case of lights) or grey (in the case of pigments)

Wordnet

complementary (s)

of words or propositions so related that each is the negation of the other

acting as or providing a complement (something that completes the whole)

FAQs About the word complementary

συμπληρωματικός,-ή,-ό

either one of two chromatic colors that when mixed together give white (in the case of lights) or grey (in the case of pigments), of words or propositions so re

αμοιβαίος,αμοιβαία,συμπληρωματικός,συλλογικός,συνδυασμένος,συνεταιρισμός,συσχετικός,συμπληρωματικός,κοινός,κοινοτικός

μη αμοιβαίο,μη συμπληρωματικός

complementarity => συμπληρωματικότητα, complemental => συμπληρωματικό, complement fixation test => Δοκιμασία αλληλοενίσχυσης του συμπληρώματος, complement fixation => Δέσμευση συμπληρώματος, complement => συμπλήρωμα,