Greek Meaning of complementary
συμπληρωματικός,-ή,-ό
Other Greek words related to συμπληρωματικός,-ή,-ό
Nearest Words of complementary
- complementarity => συμπληρωματικότητα
- complemental => συμπληρωματικό
- complement fixation test => Δοκιμασία αλληλοενίσχυσης του συμπληρώματος
- complement fixation => Δέσμευση συμπληρώματος
- complement => συμπλήρωμα
- complect => πλήρης
- complaisant => υπάκουος
- complaisance => εφησυχασμός
- complaintive => παραπονεμένος
- complaint => παράπονο
- complementary angles => συμπληρωματικές γωνίες
- complementary color => συμπληρωματικά χρώματα
- complementary distribution => Συμπληρωματική κατανομή
- complementary dna => συμπληρωματικό DNA
- complementary medicine => Συμπληρωματική ιατρική
- complementation => συμπλήρωση
- complete => ολοκληρωμένο
- complete blood count => Γενική αίματος
- complete fracture => Πλήρης κάταγμα
- completed => ολοκληρωμένο
Definitions and Meaning of complementary in English
complementary (n)
either one of two chromatic colors that when mixed together give white (in the case of lights) or grey (in the case of pigments)
complementary (s)
of words or propositions so related that each is the negation of the other
acting as or providing a complement (something that completes the whole)
FAQs About the word complementary
συμπληρωματικός,-ή,-ό
either one of two chromatic colors that when mixed together give white (in the case of lights) or grey (in the case of pigments), of words or propositions so re
αμοιβαίος,αμοιβαία,συμπληρωματικός,συλλογικός,συνδυασμένος,συνεταιρισμός,συσχετικός,συμπληρωματικός,κοινός,κοινοτικός
μη αμοιβαίο,μη συμπληρωματικός
complementarity => συμπληρωματικότητα, complemental => συμπληρωματικό, complement fixation test => Δοκιμασία αλληλοενίσχυσης του συμπληρώματος, complement fixation => Δέσμευση συμπληρώματος, complement => συμπλήρωμα,