Greek Meaning of combining form
συνδυαστική μορφή
Other Greek words related to συνδυαστική μορφή
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of combining form
- combining => συνδυάζοντας
- combing => χτένισμα
- combined operation => Συνδυασμένη επιχείρηση
- combined dna index system => Συνδυασμένο σύστημα καταλόγου DNA
- combined => συνδυασμένος
- combine => συνδυάζω
- combinatory => συνδυαστικός
- combinatorial => συνδυαστικός
- combinative => Συνδυαστικός
- combinational => συνδυαστικός
Definitions and Meaning of combining form in English
combining form (n)
a bound form used only in compounds
FAQs About the word combining form
συνδυαστική μορφή
a bound form used only in compounds
No synonyms found.
No antonyms found.
combining => συνδυάζοντας, combing => χτένισμα, combined operation => Συνδυασμένη επιχείρηση, combined dna index system => Συνδυασμένο σύστημα καταλόγου DNA, combined => συνδυασμένος,