Greek Meaning of combo

κόμπο

Other Greek words related to κόμπο

Definitions and Meaning of combo in English

Wordnet

combo (n)

a small band of jazz musicians

FAQs About the word combo

κόμπο

a small band of jazz musicians

σύνολο,ομάδα,Συγκρότημα χάλκινων πνευστών,χάλκινα,Μουσική δωματίου,εταιρεία,ντουέτο,κουαρτέτο,τετραμελές φωνητικό σύνολο,κουιντέτο

No antonyms found.

comb-like => Χτενοειδής, combining weight => Μοριακό βάρος, combining form => συνδυαστική μορφή, combining => συνδυάζοντας, combing => χτένισμα,